Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Φουκουσίμα


Μετά το μεγάλο χτύπο

Μετά το μεγάλο κύμα

                      βρίσκω ακόμα τριγύρω

τόσα χρόνια μετά
(κοντά μια δεκαετία)

τα θρίψαλα απ'τα λόγια σου,
τα θραύσματα απ'το σώμα σου

όλα ακουμπισμένα πάνω μου με τάξη, φροντισμένα, όπως τα χειμωνιάτικα που τα φυλάμε στο ψηλότερο ράφι για να μη τα φτάνει ποτέ ο ήλιος.





Περπατώ σε νεκρή ζώνη
και

πότε κάτω από μια πέτρα
πότε πίσω απ'τα φρύγανα, τη χλόη, τις αλόες των νησιών

θα βρω κάποιο γυαλάκι.

Δεν βάζω ποτέ στην τσέπη μου πράγματα που βρίσκω στο δρόμο.
Τα παιδιά είναι επικίνδυνα, λέω,
δεν ξεχνούν ποτέ τί έχουν αφήσει πίσω τους...



 

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Εμπόριο


     Μία σφαίρα για σένα
                                       μία για μένα

     Και πιο ύστερα οι νίκες
     Αίλουρες οι νίκες σου σαν τα καλά να πάθεις
     Ένας πόλεμος για σένα
                                       ένας για μένα

Κι ένα παιδί καλά κουλουριασμένο, δεν ξεχωρίζω πια αν φώλιασε μέσα στη νίκη ή τον πόλεμο.
 

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Η πιο ελαφριά λεπίδα



... είναι σίγουρα μία ανάμνηση, που δεν έχει χρώμα, την έχει ξεθωριάσει η απώθηση, το σχήμα της
κι αυτό ακαθόριστο και η χρονική της δράση ασαφής.
Ξεφύτρωσε από τα σπλάχνα σου και αυτονομήθηκε,
συστήθηκε ως ελπίδα,
αιωρήθηκε και πλήγωσε, γρατζούνισε, παιχνίδισε, πανικοβλήθηκε, στροβιλίστηκε,

αναδύθηκε, καταδύθηκε, εξαπλώθηκε, μάτωσε,

επέφερε βαρύτατους τραυματισμούς, εκτοπίστηκε, διακτινίστηκε και εκτροχιάστηκε,
αγνοήθηκε, υπέφερε, θριμματίστηκε, αναπτερώθηκε,
ξεγέλασε, έκανε ηλιοθεραπεία και σκούριασε

και ξάφνου έπεσε πάλι πάνω μου, κοφτερή, ανυπάκουη και προσηκόντως κατάλληλη διά πάσα χρήσιν.

Δε θυμάμαι πια πώς τη λένε, αλλά σίγουρα το όνομά της είναι γένους αρσενικού

Καλύτερα να μείνω μέσα το βράδυ, ποτέ δεν ξέρεις τι κρατάει ανάμεσα στην καρδιά και το στόμα του ένας περαστικός έρωτας.



 
 

 

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

paris météo #6



Οι φίλοι έφυγαν.
Όλοι οι φίλοι, όλου του κόσμου, έφυγαν. Ένας-ένας, σιγά-σιγά, πατώντας στις μύτες των ποδιών.
Έφυγαν και άφησαν πίσω σεντόνια που κυματίζουν, μαντήλια, άσπρα πανιά που φουσκώνουν με τον αέρα. Όλα θυμίζουν φυγή.
Τώρα στην έρημο η μη-κίνηση, η μη-συγκίνηση. Που και που, κόκκοι άμμου μετακινούνται, περαστικά γέλια του παρελθόντος φτάνουν στ'αυτιά μου, ευτυχώς στις αναμνήσεις αρέσει να ταξιδεύουν, από το ένα μυαλό στο άλλο. Όταν έρχεται η σειρά μου,
και περνάνε κι από τον δικό μου νου,
υψώνω μικρές σημαιούλες για κάθε μία απ'αυτές για να τις ευχαριστήσω.

Όλοι μείναμε χωρίς φίλους κρατώντας λευκά σημαιάκια και κοιτάζοντας πανιά πλοίων να πηγαινοέρχονται πέρα απ'την έρημο. Η έρημος των πλοίων, των τράνζιτ, των χαμένων ανταποκρίσεων, των άχρηστων νεώριων, όλη η έρημος είναι μέσα στο σώμα μου.
Είμαι ο αρχιτέκτονάς της.

Διευθύνω την τροχιά των πτήσεων και τα ωράρια του απόπλου των ξεστρατημένων πλοίων. 
Εκδίδω σημαίες, καταχωρίζω ονόματα και σημειώνω προσεκτικά, σ'όλα τα μάτια, την έδρα και τον προορισμό που θα χαθεί.

Στην έρημο φυτρώνουν μόνο λεπτές κεραίες που πιάνουν τηλεπαθητικά σήματα μορς. Ξαφνιάζουν τον άνεμο και τσαλαπατούν τους ανεμοδείκτες κάνοντας την άπνοια άπιαστη κι αόρατη.
Στην έρημο βλέπεις μόνο λευκές σημαίες. Τίποτε άλλο. Λευκές. Κι ύστερα από λίγο ξεχνάς και τις σημαίες.

Το τίποτα παραπέμπει στο τίποτα. Θα πάρω το πλοίο των 5:17 που δεν έχει φωτοβολίδες. Σαν φίλη, οφείλω κι εγώ να φύγω. Να φυτέψω κάπου τη σημαία μου, στην έρημο η μνήμη έχει σημασία όχι η πραγματικότητα. Όμως η έρημος είναι πραγματική. Κι όταν δεν φαίνονται πλοία, εσύ είσαι ο ψεύτης.